Creative Commons License This work is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.

14 Φεβ 2012

ACTA: Η Ελλάδα γιατί υπέγραψε;


Τι όφελος είχε μια χώρα σαν την Ελλάδα να υπογράψει την ACTA, μια διακρατική εμπορική συμφωνία που αναμένεται να έχει ανυπολόγιστες συνέπειες, μεταξύ άλλων, στην επιβίωση εκατομμυρίων ασθενών; 


Από τον Θοδωρή Ανδρόνικο, εθελοντή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

Στις 26 Ιανουαρίου, η Ελλάδα υπέγραψε μαζί με άλλες 22 ευρωπαϊκές χώρες τη διακρατική εμπορική συμφωνία ενάντια στην πλαστογράφηση, γνωστή και ως ACTA, η οποία υποτίθεται ότι στοχεύει στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η συμφωνία επεκτείνει την έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας, από τις κατοχυρωμένες ονομασίες (πατέντες) προϊόντων έως κάθε είδους ιδέες, πληροφορίες ή γνώσεις τεχνικού και επιστημονικού χαρακτήρα, και ποινικοποιεί τη μετάδοση και το διαμοιρασμό τους μέσω του ίντερνετ. Ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο της συμφωνίας, αφορά στο φάσμα της παραγωγής και πώλησης φαρμάκων χωρίς προστατευόμενη ονομασία. Η συμφωνία επεκτείνει και να ενδυναμώνει την προστασία που παρέχεται στους δικαιούχους κατοχυρωμένων ονομασιών, εστιάζοντας και σε φαρμακευτικού τύπου προϊόντα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, όπως και άλλοι διεθνείς οργανισμοί,  προμηθεύονται από την Ινδία –που γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται και «φαρμακείο του αναπτυσσόμενου κόσμου»- το 80% περίπου των αντιρετροϊκών φαρμάκων που χρησιμοποιούν. Χάρη σ’ αυτά τα “αντίγραφα” (γενόσημα) φάρμακα που είναι εγκεκριμένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η οργάνωση μπορεί να κρατά στη ζωή περισσότερους από 160.000 ασθενείς στον κόσμο. Τι συμφέρον είχε η Ελλάδα να υπογράψει υπέρ μιας συμφωνίας που θέτει σε κίνδυνο τόσες πολλές ζωές; Και σε τι συνίσταται αυτό το ενδιαφέρον των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και  των Ηνωμένων Πολιτειών να προστατεύσουν τα πνευματικά δικαιώματα;

Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές 
Η ACTA φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα ενιαίο και παγκόσμια ισχύον νομικό καθεστώς προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Στους σκοπούς της ΕΕ είναι η αποδοχή της συμφωνίας από αναπτυσσόμενες χώρες που δεν συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις. Μάλιστα η εξομοίωση του καθεστώτος αυτού θα γίνει ανεξάρτητα απ’ την αντίστοιχη νομοθεσία κάθε χώρας. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζουν από τη μία τη θέση της κάθε χώρας στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό και από την άλλη το ενδιαφέρον της κάθε χώρας για τη δημόσια υγεία, όπως αυτό υπαγορεύεται από το εκάστοτε Σύνταγμα. Είναι φανερό πως οι ανάγκες πρόσβασης σε φάρμακα και οι οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων των πλούσιων χωρών είναι τελείως διαφορετικές από εκείνες των αναπτυσσόμενων χωρών. Όπως επίσης φανερό είναι το ρίσκο που συνεπάγεται στην επιβίωση των ασθενών, αν απαγορευτεί μέσω της ACTA η πρόσβασή τους σε ποιοτικά, χαμηλού κόστους «αντίγραφα» φάρμακα.

Χαρακτηριστικό είναι πως τέτοιες απαγορεύσεις επιδιώκονται στο όνομα της δημόσιας υγείας, καθώς υποτίθεται πως προστατεύουν τους πληθυσμούς από μη αποτελεσματικά ή χαμηλής ποιότητας φάρμακα. Η συμφωνία ενάντια στην πλαστογράφηση υποτίθεται ότι θα βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας απαγορεύοντας την παραγωγή τέτοιων σκευασμάτων. Στην πραγματικότητα όμως στερεί για τους πληθυσμούς των αναπτυσσόμενων χωρών την πρόσβαση σε μη επώνυμα και γι’ αυτό χαμηλού κόστους φάρμακα επειδή σκόπιμα εισάγει το πλαίσιο που ρυθμίζει τις κατοχυρωμένες ονομασίες σε μια συμφωνία για την πλαστογράφηση και στη συνέχεια συγχέει την έννοια της πλαστογράφησης μ’ αυτή της ασφάλειας ενός φαρμάκου. Η πλαστογράφηση σύμφωνα με την TRIPS (Trade-related Aspects of Intellectual Property Rights) αφορά στη σκόπιμη παραβίαση μιας κατοχυρωμένης ονομασίας σε εμπορική κλίμακα με συνειδητό σκοπό την εξαπάτηση. Η ACTA σκόπιμα συγχέει το πεδίο της νομικής διαμάχης σχετικά με την παραβίαση ή μη μιας ονομασίας με αυτό της πλαστογράφησης. Διαμάχες του πρώτου είδους είναι συχνές στο τομέα των φαρμάκων, και αφορούν ζητήματα μεταξύ ανταγωνιστριών εταιρειών σχετικά με ομοιότητες στο σχήμα των φαρμάκων ή στη συσκευασία τους. Αλλά δεν έχουν καθόλου να κάνουν με περιπτώσεις πλαστογράφησης και τη συνειδητά σκοπούμενη εξαπάτηση. Από την άλλη, τα φάρμακα που εμπλέκονται σε τέτοιες διαμάχες δεν είναι απαραίτητα μη ασφαλή για την υγεία. Ενώ φάρμακα που δεν αντιγράφουν μια ήδη υπαρκτή ονομασία μπορούν να είναι μη ασφαλή. Άρα θα έπρεπε να διακριθούν οι περιπτώσεις πλαστογράφησης, όταν αυτές αφορούν τη συνειδητή εξαπάτηση, από τη μία, και οι νομικές διαμάχες μεταξύ ανταγωνιστικών μεταξύ τους εταιρειών για το σχήμα ή τη συσκευασία των φαρμάκων, από την άλλη. Καθώς επίσης και να διακριθεί το ζήτημα της εξαπάτησης απ’ αυτό της ασφάλειας ενός φαρμάκου. Με τη σύγχυση των παραπάνω περιπτώσεων μπορούν τα χωρίς προστατευόμενη ονομασία φάρμακα να κατηγορηθούν ως προϊόντα πλαστογράφησης, και μάλιστα με το άλλοθι πως είναι ανασφαλή για τη δημόσια υγεία.

Ζητούνται απαντήσεις 
Η συμφωνία προβλέπει την παρακράτηση φαρμάκων που διακινούνται μέσω χωρών που έχουν υπογράψει τη συμφωνία, με βάση το νομικό καθεστώς της χώρας διακίνησης και ανεξάρτητα απ’ αυτό της χώρας παραγωγής ή αποστολής. Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα όπως αυτό της παρακράτησης 20 φορτίων φαρμάκων που περιείχαν αντιβιοτικά και αντιρετροϊκά φάρμακα και που διακινούνταν μεταξύ Ινδίας και αρκετών αναπτυσσόμενων κρατών μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χαρακτηριστικό της συμφωνίας αυτής είναι η υπέρβαση της διεθνούς νομοθεσίας σε ζητήματα διεθνούς εμπορίου. Με βάση τη νομοθεσία αυτή δεν μπορούν να παρακρατούνται εμπορεύματα για λόγους παραβίασης προστατευόμενης ονομασίας.



Ακόμη, με το να εμπλέκει τις συνοριακές αρχές σε ελέγχους παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων, η συμφωνία δίνει περιθώρια έντονης αυθαιρεσίας και κατάχρησης, μια που συνοριακοί υπάλληλοι χωρίς γνώση του εξειδικευμένου τομέα τέτοιων παραβιάσεων μπορούν να αποφασίσουν για την παρακράτηση ή και την καταστροφή προϊόντων. Και μάλιστα χωρίς τη γνώμη της δικαστικής αρχής ή ακόμη και χωρίς να ειδοποιηθεί ο ιδιοκτήτης τους.

Με την αγνόηση των δικαστικών αρχών και την εμπλοκή των συνοριακών ελέγχων σε ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας η συμφωνία αποσκοπεί στην εντατικοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, εύλογα προκαλώντας την υποψία πως ο σκοπός της είναι η προστασία και η επέκταση των μονοπωλιακών δικαιωμάτων μαζί με την αύξηση των κερδών των φαρμακευτικών εταιρειών. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η μόλις προ ενός έτους ανοικτά δημοσιευμένη συμφωνία υπήρξε το προϊόν τριών ετών μυστικών διαβουλεύσεων. Το ότι πράγματι σε ορισμένες περιπτώσεις  η συμφωνία μπορεί να αποτρέψει την παραγωγή και διανομή ακατάλληλων φαρμάκων, δεν αναιρεί το πλήθος των περιπτώσεων που δρα ανασταλτικά και απαγορευτικά, εφόσον νόμιμα και αποτελεσματικά φαρμακευτικά προϊόντα αποτελούν τη μόνη λύση για εκατομμύρια ανθρώπους. Με το άλλοθι της προστασίας του εμπορίου απειλούν με ποινικές διώξεις όλους όσοι εμπλέκονται στην παραγωγή, διανομή και πώληση μη επώνυμων φαρμάκων, όπως τοπικούς παραγωγούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Διότι, φάρμακα τέτοιου είδους ενισχύουν  τον ανταγωνισμό άρα μειώνουν την τιμή τους, αλλά αποτελούν και τον μόνο τρόπο με τον οποίο πολλές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μπορούν να υπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Έτσι τα αναπτυσσόμενα κράτη, ολόκληροι πληθυσμοί, καταδικάζονται χωρίς να έχουν πλέον τρόπο να αντιμετωπίσουν σοβαρές ασθένειες.

Ποιο μπορεί να είναι το όφελος για τις φαρμακευτικές εταιρείες από αγορές όπως της Αφρικής, από τη στιγμή που λίγοι σχετικά άνθρωποι στις χώρες αυτές είναι ούτως ή άλλως σε θέση να αγοράσουν τα φάρμακα προστατευόμενης ονομασίας; Ίσως όμως ζητήματα όπως η δημόσια υγεία και εντέλει η μοίρα ολόκληρων λαών να κρίνονται όπως περίπου κρίνεται η σχέση κόστους-οφέλους για οποιοδήποτε άλλο προϊόν, για τον καφέ ή μια τσάντα Chanel. Αφού συμφέρει, μ’ άλλα λόγια, να γίνει έτσι, αυτό αρκεί για να γίνει κιόλας. Αν τέτοιες συμφωνίες όπως η ACTA χρησιμοποιούνται ως προκάλυμμα ενός τόσο στενά ορισμένου οικονομικού συμφέροντος, ποια θα μπορούσε να είναι η θέση  κυβερνήσεων που αποδέχονται τέτοιου είδους συμφωνίες όταν η ίδια η χώρα τους υφίσταται τις συνέπειες μιας κρίσης στην πρόσβαση σε βασικά φάρμακα; Και μάλιστα μιας χώρας όπως η Ελλάδα, η οποία σίγουρα δεν ανήκει στην πρωτοπορία των βιομηχανικών κρατών, όπως η Γερμανία για παράδειγμα, η οποία διέκοψε την διαδικασία επικύρωσής της συμφωνίας*. Μέχρις ότου η εγκληματική αδιαφορία απέναντι στους πληθυσμούς του μεγαλύτερου κομματιού της γης και η προώθηση πολιτικών που βάζουν το κέρδος πάνω από τη δημόσια υγεία ανατραπούν, το μυαλό μας θα πηγαίνει εύλογα προς τη μόνη δυνατή απάντηση.

Περισσότερες πληροφορίες: MSF Access Briefing Document on ACTA

*Στις 3 Φεβρουαρίου η Πολωνία ανακοίνωσε ότι αποσύρει την υπογραφή της, διότι όπως δήλωσε αυτή έγινε «χωρίς επαρκή προηγούμενη εξέταση του ζητήματος και χωρίς να έχει εξασφαλιστεί το κριτήριο της απόλυτης ασφάλειας για τον πληθυσμό της χώρας». Επίσης, η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Λετονία, η Σλοβακία και η προαναφερθείσα Γερμανία έχουν διακόψει την διαδικασία υπογραφής τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου